Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Κι αν είμαι εγώ που θα το έχω;

Ο φετινός Απρίλιος έκλεισε κάπως άδοξα.. Τριήμερο Πρωτομαγιάς και αντί να έχουμε επιλέξει ένα θέρετρο (εδώ γελάμε δυνατά) για να κάνουμε τις πρώτες βουτιές στην πάντα μαγευτική Ελλάδα μας, εμείς είχαμε ήδη επιλέξει την μέχρι πρότινος μη τουριστική Πολωνία.. Το «μέχρι πρότινος» ταιριάζει στην παρούσα περίπτωση γιατί κατά την οργάνωση του ταξιδιού μας δεν βρήκαμε ούτε έναν τουριστικό οδηγό της χώρας στα ελληνικά και είχαμε μείνει με την ιδέα ότι θα κάνουμε τουρισμό σε ένα undergrownd μέρος! Πόσο απείχαμε όμως από την πραγματικότητα;

Φτάνοντας στην πρωτεύουσα Βαρσοβία αλλά και κατά τη διαμονή μας στην συμπρωτεύουσα (κατά τα ελληνικά πάντα πρότυπα τύπου Θεσσαλονίκης!) Κρακοβία διαπιστώσαμε ότι δεν ήμασταν οι μόνοι Έλληνες που είχαμε επιλέξει την Πολωνία για το τριήμερο και έτσι απολαύσαμε το ταξίδι μας χωρίς το άγχος ότι κάτι θα μας συμβεί και δεν θα έχουμε έναν άνθρωπο να μας συνδράμει!! Κακό χιουμοράκι αλλά θέλω να αποδώσω την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στις δύο αυτές πόλεις – μια ατμόσφαιρα ευρωπαϊκή μεν ιδιαίτερα γιορτινή και εξωστρεφή δε: κόσμος στις πλατείες, γνωστοί από το αεροπλάνο στους δρόμους (ω ναι! Ένας εκ των συνταξιδιωτών φίλων μου είχε φροντίσει να γνωριστούμε με το 99,99999 % από τους συνεπιβαίνοντες στο αεροπλάνο…!), μουσική, λουλούδια, πάρκα, φαγητό στους δρόμους, μπύρες τοπικής παραγωγής και γενικά παραστάσεις που θες να ξαναδείς και να ξαναζήσεις.

Κλείνοντας λοιπόν το γιορτινό κομμάτι της ατμόσφαιρας, επιστρέφω στο προανεφερθέν άδοξο κλείσιμο του Απριλίου. Γιατί όμως άδοξο;

Μία ώρα δυτικά της Κρακοβίας είναι το μνημείο του Άουσβιτς. Το γνωστό σε όλους στρατόπεδο συγκέντρωσης που είχαν στήσει και οργανώσει οι Ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με σκοπό να εκμεταλλεύονται την καταναγκαστική εργασία των αιχμαλώτων εκεί μέχρι να τους εξοντώσουν με τους γνωστούς φρικαλέους τρόπους. Το σίγουρο είναι πως δεν θέλω να παραθέσω μία σειρά πληροφοριών από αυτές που μας παρέχει τόσο απλόχερα η τίμια Wikipedia. Αυτό που θέλω να κάνω είναι να καταγράψω τις εντυπώσεις μου τώρα που είναι νωρίς για να μην ξεχάσω ποτέ αυτά που είδα εκεί.
Στην είσοδο του στρατοπέδου υπάρχει μία επιγραφή στα γερμανικά «Η εργασία απελευθερώνει». Οι περισσότεροι αν όχι όλοι από τους κρατούμενους –θεωρώ πως ο ποσοτικός προσδιορισμός θα είναι πάντα ανακριβής όταν αναφερόμασθε σ’ αυτόν τον τόπο μαρτυρίου αλλά θα διατηρήσω τη γενικολογία- είχαν πιστέψει ότι το μέρος αυτό ήταν ένας ενδιάμεσος σταθμός που θα τους οδηγούσε σε μία καλύτερη ζωή, ότι εργάζονταν για να κερδίσουν κάτι. Πόση ειρωνεία; Έφθαναν στοιβαγμένοι στα βαγόνια χωρίς νερό, φαγητό ή τουαλέτα μετά από ταξίδι ημερών, περνούσαν το στάδιο της διαλογής και εκεί που νόμισαν ότι είχαν ξεμπερδέψει με τις κακουχίες εκεί ήταν που άρχιζε το πραγματικό μαρτύριο! Σ’ αυτό το σημείο θέλω να επισημάνω δύο πράγματα: πρώτον, κατά την ξενάγηση η ξεναγός έμεινε περισσότερη ώρα σε μία φωτογραφία. Η φωτογραφία απεικόνιζε έναν Γερμανό στρατιώτη που στεκόταν στο σημείο από το οποίο κατέβαιναν οι δεσμώτες –όπως θα ήθελα να τους λέω πιο ποιητικά- από τα τραίνα και έδειχνε σε ποια πλευρά πρέπει να σταθεί ο καθένας. Επί της ουσίας αυτό που έκανε ήταν ένας διαχωρισμός γυναικών – παιδιών – ανδρών, νέων  - γέρων, αρτιμελών – αναπήρων κλπ ώστε στη συνέχεια να κατευθύνεται ο καθένας εξ αυτών προς το μέρος το οποίο είχε προσδιορισθεί ότι του ταίριαζε να εργασθεί / διαμείνει. Δεύτερον, από αυτά που είχα διαβάσει πριν το ταξίδι στην προαναφερθείσα τίμια Wikipedia, εντύπωση μου είχε κάνει το γεγονός ότι στην αρχή του πολέμου ζούσαν στην Θεσσαλονίκη 50.000 Εβραίοι παραπάνω από το 90% των οποίων στάλθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και δεν επιβίωσε. Αυτό όμως που δεν ήξερα είναι ότι λόγω των αντίξοων συνθηκών μεταφοράς από τα κράτη διαμονής των αιχμαλώτων προς το στρατόπεδο και εξαιτίας της μεγάλης απόστασης, πολλοί εξ αυτών πέθαιναν σαν τις μύγες μες στα τραίνα και παρέμεναν έτσι μαζί με τους ζωντανούς μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες κατά την άφιξή τους στο στρατόπεδο.. στην Πολωνία δηλαδή!

Δεν έχω να προσθέσω κάτι ιδιαίτερο στις ήδη υπάρχουσες πληροφορίες για την εθνικότητα των ανθρώπων που εξοντώθηκαν εκεί -  Εβραίοι, Πολωνοί, Ρομά κλπ – ούτε για τον αριθμό αυτών που μέχρι και σήμερα δεν έχει προσδιορισθεί επακριβώς. Θέλω όμως να σχολιάσω τις φωτογραφίες που βρέθηκαν εκεί και τα πρόσωπα των ανθρώπων που βρίσκονται κρεμασμένα σε έναν ολόκληρο διάδρομο σε κάδρα με τα ονόματά τους και τον αριθμό που τους είχαν δώσει κατά την άφιξή τους. Η ιστορία έχει ως εξής: όταν με το πέρας του πολέμου έφθασαν οι Σύμμαχοι στο στρατόπεδο βρήκαν μικρές φωτογραφίες (σαν αυτές που μας δίνει ο φωτογράφος πριν εκτυπώσουμε τις τελικές για να διαλέξουμε ποιες μας αρέσουν καλύτερα) αιχμαλώτων  τις οποίες μεγένθυναν και κατάφεραν να ταυτοποιήσουν. Βρήκαν δηλαδή ποιον απεικονίζει η καθεμία εξ αυτών καθώς και τον συγκεκριμένο αριθμό που αντιστοιχούσε στο κάθε πρόσωπο. Τον αριθμό αυτό  οι Γερμανοί τον έκαναν τατουάζ στο χέρι κάθε αιχμαλώτου – αυτοί που επέζησαν από το στρατόπεδο τον είχαν μέχρι το τέλος της ζωής τους αν δεν τον έσβησαν για να μη θυμούνται πια. Ο χώρος αυτός  είναι έντονα συγκινησιακός γιατί μας δίνει ονόματα και φωτογραφίες: προσδιορίζει ποιος πέθανε εκεί, που είχε γεννηθεί, πως ήταν το πρόσωπό του. Ήταν άνθρωποι σαν εμάς που ζούμε σήμερα και όχι μόνο αριθμοί σαν αυτούς που μας παραθέτει η τίμια κατά τα λοιπά Wikipedia.

Πολλοί θα αναρωτιούνται για το δωμάτιο με τους φούρνους. Είναι ένας χώρος που δεν επιτρέπονται οι φωτογραφίες και η αλήθεια είναι ότι δεν θα ήθελα να γκουγκλάρω για να δω τι μπορεί να κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Η προσωπική μου εντύπωση μένει σε ένα υπόγειο με μία απροσδιόριστη μυρωδιά κλεισούρας και λοιπών που δεν θα ήθελα να αναφέρω, ένα στενό υπόγειο που είχε μία σειρά φούρνων σαν αυτούς που έχουμε στα σπίτια μας αλλά όχι τέτοιους. Είχαν μέγεθος που χωρούσε έναν άνθρωπο ξαπλωμένο – σαν τα μηχανήματα στα νοσοκομεία ένα πράγμα- και πόρτα που έκλεινε σαν αυτή που κλείνει ο  μάγειρας τον ξυλόφουρνο για να ψηθεί το ψωμί… Τι να σχολιάσω ; Ας μη σχολιάσω.

Πολλοί θα έχετε ακούσει για το δωμάτιο με τα μαλλιά.. Σε ένα εκ των κτιρίων του στρατοπέδου υπάρχει ένα δωμάτιο με μία βιτρίνα και πίσω από τη βιτρίνα υπάρχουν μαλλιά ανθρώπων στοιβαγμένα για παρουσίαση στο κοινό…. Τα μαλλιά αυτά βρέθηκαν πολλά χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου σε κάποια εταιρεία που κατασκεύαζε περούκες και κατόπιν ταυτοποίησης, αποδείχθηκε ότι ανήκαν σε αιχμαλώτους του στρατοπέδου. Κάτι που δεν ήξερα με βεβαιότητα ήταν ότι πολλές εταιρείες είχαν επωφεληθεί τόσο της καταναγκαστικής εργασίας όσο και των μαρτυρίων που περνούσαν οι δεσμώτες εκεί. Είχαν επωφεληθεί και πολλές από αυτές εξακολουθούν να λειτουργούν και εμείς αγοράζουμε τα προϊόντα τους λες και δεν έπραξαν εγκληματικά κατά της ανθρωπότητας…
Είδαμε και μάθαμε πολλά. Επισκεφθήκαμε όλα τα ανοιχτά στο κοινό κτίρια, ακούσαμε με προσοχή την ξεναγό μας και αν θυμάμαι καλά ήμασταν οι μόνοι που κάναμε διευκρινιστικές ερωτήσεις (!!). Δεν έχω καταλάβει ακόμα κατά πόσο και αν αποζημιώθηκαν οι πληγέντες ή οι συγγενείς τους. Έχουν διεξαχθεί δίκες επί ατομικών προσφυγών και έχουν δοθεί αποζημιώσεις όμως σε συλλογικό επίπεδο, συστάθηκε το έκτακτο Δικαστήριο που δίκασε στη Νυρεμβέργη αλλά όπως ξέρουμε, δεν διέταξε κάποια αποζημίωση – περισσότερο καταδίκασε Γερμανούς στρατιωτικούς και πολιτικούς. Η ξεναγός μας είπε ότι αμερικανικά δικαστήρια έφεραν σε πέρας σχετικές δίκες  και σήμερα η γερμανική κυβέρνηση συντηρεί τα απανταχού (;) μνημεία για το Ολοκαύτωμα.


Φως ακόμα κι εκεί.
Έγραψα για να μην ξεχάσω αυτά που είδα και γιατί κατάλαβα ότι η στοχοποίηση ανθρώπων δεν είναι μία συνήθεια του παρελθόντος – είναι μία ιδέα που αποτυπώνεται σε βιβλίο, υιοθετείται από κάποιους, μετά από πολλούς, μετά οργανώνεται σε κινήματα και στο τέλος αναλαμβάνει δράση. Σε μία Ευρώπη που τα ακραία εθνικιστικά πολιτικά κόμματα σημειώνουν τρομακτική άνοδο και οι φιλοναζιστικές ιδέες έχουν γίνει πάλι της μόδας, φοβάμαι για το επόμενο χαρακτηριστικό (φυλετικό ή μη) που δεν θα αρέσει σε κάποιον και θα στοχοποιήσει τον φέροντα αυτό. Κι αν είμαι εγώ που θα το έχω;